ΜΑΡΙΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ – ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΕΣ

Η χιλιετία που διανύουμε είναι αφιερωμένη στον άνθρωπο, στην αυτογνωσία του, στην ανάπτυξη και εξέλιξη του. Οι κοινωνικές επιστήμες βρίσκονται σε άνθιση και οι επιστημονικές έρευνες όλο και περισσότερο μας γνωρίζουν πως λειτουργεί ο εγκέφαλος. Η δυσκολία που έχει ο άνθρωπος πλέον για να διαχειριστεί τις δύσκολες καταστάσεις των καιρών μας τον έχουν κάνει να νοιώθει την ανάγκη βοήθειας από ειδικό. Ανάλογα σε ποια ψυχολογική ή συναισθηματική κατάσταση είναι θα επιλέξει και τη θεραπεία που χρειάζεται. Αυτή μπορεί να είναι μία απλή τεχνική χαλάρωσης έως μία ψυχοθεραπευτική μέθοδος που νοιώθει ότι θα τον βοηθήσει.

Ο ψυχοθεραπευτής στις μέρες μας είναι ο παθολόγος της ψυχής μας. Αν έχουμε απλό πονοκέφαλο θα πάρουμε παυσίπονο. Εάν όμως, ο πονοκέφαλος επιμένει, τότε πηγαίνουμε στο γιατρό. Έτσι και με την ψυχοθεραπεία. Μπορούμε να την αποφύγουμε αν καταφέρνουμε να μην αντιδράμε με τον συνήθη τρόπο. Αν δεν μπορούμε μόνοι μας και ανάλογα την βαρύτητα της κατάστασης ζητάμε βοήθεια. Αυτό που μαθαίνεις είναι πως θα αλλάξεις τα συμπτώματα (σωματικές και οργανικές δυσλειτουργίες, δυσκολία σχέσεων, οικονομικές δυσκολίες, πανικός, burn out, κ.ά.) που έχεις και είναι αποτέλεσμα κάποιου τραυματικού γεγονότος. Ο θεραπευτής δείχνει το δρόμο πως μία πανοπλία που προστάτευε κάποιον από τον πόνο μπορεί να μετατραπεί σε μία ευέλικτη ασπίδα για να χαίρεται τη ζωή του.

Οι έρευνες μας έδειξαν ότι όταν το τραύμα λειτουργεί και είμαστε σε υπερδιέγερση, τότε ο νους δεν μπορεί να διαχειριστεί μία δύσκολη κατάσταση γιατί λειτουργεί υπό το καθεστώς κινδύνου. Επομένως ο ψυχοθεραπευτής δουλεύει με το σύμπτωμα της τραυματικής εμπειρίας, ασχέτως αν την θυμόμαστε ή όχι, ενώ ο ψυχολόγος απευθύνεται στο νοητικό μέρος του ατόμου. Ότι μας έχει συμβεί από την στιγμή της σύλληψης στη μήτρα της μητέρας μας , καταγράφεται στο κύτταρο μας και αυτό καθορίζει συμπεριφορές και καταστάσεις στη ζωή μας και δεν ελέγχεται πάντα από τον νου μας. Και αυτός είναι ο λόγος που είτε εμείς το καταλαβαίνουμε, είτε το διαβάζουμε, είτε μας το λένε, δεν μπορούμε να αντιδράσουμε ανάλογα σε κάποιο γεγονός.

Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από το τι θέλει να επιτύχει ο θεραπευόμενος και κατά πόσο συνεργάζεται, όχι τόσο συνειδητά όσο κυρίως ασυνείδητα. Μπορεί κάποιος να έρθει για ένα θέμα του, να το λύσει και μετά από καιρό να ξαναέρθει για κάτι άλλο. Ή μπορεί να θέλει να ασχοληθεί βαθύτερα με τον εαυτό του και τότε καθορίζει εκείνος τη χρονική διάρκεια.

Ο άνθρωπος που θέλει να ασχοληθεί με τον εαυτό του σήμερα έχει πολλές επιλογές. Τι επιλογή θεραπείας θα κάνει, ή ποιόν θεραπευτή θα επιλέξει έχει να κάνει με την κατάσταση που βρίσκεται. Οι σοβαρές επιστημονικές μέθοδοι ψυχοθεραπείας δεν εγκυμονούν κάποιον κίνδυνο, αντιθέτως βοηθούν στην αλλαγή των περιοριστικών καταγραφών που υπάρχουν στο υποσυνείδητό μας.

Η κουλτούρα μας, στο παρελθόν κυρίως, είχε συνδέσει την ψυχοθεραπεία και την ψυχανάλυση με βαθιά προβληματικά άτομα. Είχαμε συνδέσει την δυσκολία διαχείρισης μιας κατάστασης με την τρέλα, τη δυσκολία στις σχέσεις ή στην εύρεση εργασίας με ατυχία και ούτω καθεξής. Κι ενώ αυτές οι δοξασίες και η αντιμετώπιση των ψυχολογικών δυσκολιών παγκοσμίως εξελίχθηκαν και άλλαξαν, στην Ελλάδα δεν υπήρξε η ανάλογη ενημέρωση και εκπαίδευση του κοινού για το πόσο απαραίτητη και αναγκαία είναι η βοήθεια από ειδικό. Ταυτόχρονα, επειδή είμαστε φυγόπονοι, προτιμάμε τα ψυχοφάρμακα με αποτέλεσμα να έχουν αυξηθεί οι πωλήσεις τους κατά 50% τα τελευταία χρόνια. Η λύση όμως βρίσκεται στην κατανόηση των προβλημάτων μας και στη συνέχεια στην αντιμετώπισή τους.

Ότι θέλει μπορεί να κάνει κάποιος. Να ενημερωθεί πρώτα και να δοκιμάσει αν του ταιριάζει μία θεραπεία. Επίσης, σημαντικό είναι πόσο έτοιμος είναι για να αλλάξει τη ζωή του και την καθημερινότητα του.